Η μάχη του Σταυρού
(ΦΩΤΟ από το μνημείο στον ΣΤΑΥΡΟ)
Η μάχη του Σταυρού πραγματοποιήθηκε στις 6/10/1944. Για τη μάχη αυτή
παραθέτουμε άρθρο που βρήκαμε στο
περιοδικό «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ (Συλλογή Δέκατη, Οκτώβρης 1971) με υπογραφή «Αρδέα
2-12 22, υπογραφή δυσανάγνωστη» που πιστεύουμε δίνει ορισμένα νέα στοιχέια, από
όσα μέχρι τώρα γνωρίζαμε. (Διατηρούμε τη ορθογραφία του πρότυπου)
«Από πληροφορίες που μάζεψε η οργάνωση κατασκοπεύοντας διαρκώς τον εχθρό, εμάθαμε πώς μία φάλαγγα από δεκαοχτώ αυτοκίνητα φορτωμένα με πυρομαχικά ξεκινούσε από τη Βέροια, που είχανε αρχίσει λίγες μέρες πιο πριν να ετοιμάζονται οι Γερμανοί να την αδειάσουν. Το μόνο που ακόμα τους κρατούσε κει πέρα ήτανε ο δρόμος της Κοζάνης, που τους χρειαζόταν για την υποχώρηση μιας Μεραρχίας που τοιμαζόταν κι αυτή ν’ αδειάσει την Κοζάνη. Έτσι η άτυχη Βέρροια θάτανε από τις τελευταίες πόλεις που θα λευτερωνότανε απ’ την μπότα του καταχτητή.
Τα τμήματα του 16ου Συντάγματος ΕΛΑΣ όμως την είχανε από καιρό περισφίξει και το μάτι τους άγρυπνο παρακολουθούσε τον εχθρό σ’ όλες τις κινήσεις του, έτσι που κι αυτός ο κεντρικός δημόσιος δρόμος, που τους απόμεινε για την αποχώρηση, δεν ήταν καθόλου ασφαλής και σίγουρος για τις φάλαγγες που θα περνούσανε. Κι αλλοίμονο στην τύχη εκείνου που έπεφτε στις ενέδρες που τους σκαρώναμε. Παντού καραδοκούσε ο θάνατος απ’ το βόλι του ηρωϊκού αντάρτη , κ΄οι Γερμανοί το ξέρανε καλά και λαβαίνανε όλες τις προφυλάξεις. Τίποτα όμως δε σταματούσε τη ορμή μας και είχαμε περάσει στην επίθεση, κάνοντας τους εχθρούς μας να τα χάσουν μη ξέροντας από πού να προφυλαχτούν. Σ’ όλο τον κάμπο της Βέρροιας γίνονταν καθημερινά επιθετικές κρούσεις από μεμονωμένα τμήματα, ιδίως του ΙΙ/16 που δρούσανε ανεξάρτητα. Ετσι, ένας λόχος και συγκεκριμένα ο 6ος λόχος με τον Καπετάν Στάθη, χτυπούσε την αντίδραση στα γύρω χωριά του κάμπου, στήνωντας ενέδρες στη τρομαγμένη αντίδραση, που απ’ το τελευταίο χτύπημα στο δρόμο Κρύας Βρύσης-Σταυρού κοίταζε πως θα μπορέσει να ξεφύγει στη Θεσσαλονίκη και κάνοντας εμφανίσεις προς όλες τις διευθύνσεις.
Ετσι η είδηση για την αναχώρηση της φάλαγγας, που θα γινότανε όπως μάθαμε ώρα την ώρα, βρήκε το τάγμα σκορπισμένο εδώ κι εκεί μέσ΄τον κάμπο.
Για τον Κολοκτρώνη όμως, τον ηρωϊκό Διοικητή του ΙΙ/16, εμπόδιο δεν υπήρχε που να μπορέσει να τον σταματήσει. Το ίδιο και τον καπετάνιο του Τα’άγματος Μαρίνο, που ήταν νέος στο τάγμα, μόλις για πρώτη φορά έλαβε μέρος στην προηγούμενη μάχη με τον Πούλιο και οδήγησε μαζί του στη νίκη τα λίγα παιδιά που προκάνανε να ρίξουνε στη μάχη, λόγω της τόσο γρήγορης άφιξης του εχθρού, Ζητούσε την ευκαιρία να στήσει ενέδρα που θα την είχανε ετοιμάσει μ’ όλα τα μέτρα και τη τέχνη που μας έμαθε το αντάρτικο.
Έτσι γρήγορα γρήγορα μαζέψανε τον
5ο και 7ο λόχο και πάιρνωντας δύο πολυβόλα ελαφριά από την πολυβολαρχία αποφασίσαμε να
χτυπήσουμε μ’ αυτή τη δύναμη τη φάλαγγα που θα ξεκινούσε. Ο κάμπος κατά
μήκος του δημοσίου, απλώνεται γυμνός και
ίσιος χωρίς να δίνει τη ευκολία για αντάρτικες μάχες που χρειάζονται προπετάσματα καλά στο έδαφος με πυκνή
βλάστηση για να καλύπτει τις κινήσεις και να εξασφαλίζει τη σύμπτυξη σε ώρα
ανάγκης. Το μόνο μέρος λοιπόν που κρίθηκε κατάλληλο ήτανε το χωριό Σταυρός, που
είναι κτισμένο πάνω στο δημόσιο σε απόσταση
Εξ’ άλλου ήτανε καμμένο από τους Γερμανούς από άλλη φορά που αιφνιδιαστήκαμε εκεί, κ’ έτσι αν ξανακαιγότανε δεν είχε να προστεθεί καμιά ζημιά παραπάνω από εκείνη που είχε πάθει.
Μια ολόκληρη μέρα περάσαμε κρυμμένοι σε χωράφια από ψηλά καλαμπόκια, περιμένοντας τον ήλιο να πέσει για να κινήσουμε το βραδάκι να πιάσουμε τις θέσεις ου ορίστηκαν. Με το σούρουπο λοιπόν, κινήσαμε, λαβαίνοντας όλες τις προφυλάξεις που παίρναμε σε πορεία από επικίνδυνα μέρη. Με την ψυχή γεμάτη ενθουσιασμό και περηφάνεια δεν καταλάβαμε πως διασχίσαμε τον κάμπο και φτάσαμε στο δημόσι. Εκεί, εντείνονται τα προφυλαχτικά μέτρα. Στήνεται ενέδρα πάνω στο δρόμο κι απ’ τις δύο κατευθύνσεις. Θα περάσουμε απέννατι για να καταβληστούμε στο χωριό. Κάρρα ακούγονται. Ολοι σε συναγερμό. Τα χέρια σφίγγουνε γερά τα όπλα ή τη χειροβομβίδα. Οι αναπνοές σταματάνε. Μπορείς ν’ ακούσεις τη καρδιά σου που χτυπάει μες το σκοτάδι. Το κορμί ακίνητο, καλυμένο στο πλαί του δρόμου. Όπως βρέθηκε καθένς. Και τα μάτια να ψάχνουνε ανήσυχα στο σκοτάδι να δούνε τον κίνδυνο και να προλάβουνε.
Απάνω παιδιά, τίποτε δεν είναι!
Πάει, πέρασε. Χωριάτες που πάνε στο χωριό τους. Τρομάξανε λίγο, οι καημένου μα σαν αντικρύσανε αντάρτες το χείλι τους γέλασε και πάλι η ψυχή ξανάρθε στον τόπο της. Μας πώς να μη τρομάξουνε οι καημένοι αφού τόσα και τόσα τραβούσανε απ’ τους ταγματαλήτες και τους Παοτζήδες, που είχανε ρημάξει την περιφέρεια στη ληστεία και τις καταστροφές
Περάσαμε όλοι αντίκρυ, χωρίς να συμβεί τίποτα άλλο και σε λίγο τόχαμε κόψει στον ύπνο, μια που ξέραμε ως τη άλλη μέρα θα κουραστούμε αρκετά στη μάχη.
Πρωί-πρωί, πριν χαράξει, πήραμε θέσεις.
Μια διμοιρία του 5ου
λόχου έτσηε ενέδρα σε απόσταση 1-
Το σκοτάδι άρχισε να ξεδιαλύνει,
κι η μέρα μας βρήκε νάχουμε πιάσει καλά τις θέσεις μας και με αγωνία να
καρτεράμε τον εχτρό. Τα’ αφτί τσίτωνε να πιάσει και τον παραμικρότερο θόρυβο κι
όλες οι αισθήσεις ήτανε σε πιφυλακή. Κατά τις 9, φάνηκαν από μακρυά σύγνεφα
σκόνης και κάποτε ξεχώρισε η φάλαγγα να κινείται με αποστάσεις μεγαλύτερες από
κάθε άλλη φορά για προφύλαξη και πηγαίνοντας σιγά-σιγά για ν΄ανιχνεύουνε οι
παρατηρητές των αυτοκινήτων τα γύρω μέρη. Σε λίγο, περνάνε απ’ την πρώτη
διμοιρία-μπροστά μας- χωρίς εμείς να βάλουμε καθόλου. Θάμασταν πάνω-κατω
Ξάφνου πριν ακόμα ο Κολοκοτρώνης δόσει
το σύνθημα, η φάλαγγα στάθηκε απότομα και οι γερμανοί πηδήσανε κάτω. Φαίνεται,
θάχανε σκοπό να κλέψουνε καμία κότα ή να πάρουνε νερό. Βγαίνοντας όμως πάνω,
στο δρόμο, βρεθήκαμε μπροστά στ’ αντάρτικα ντουφέκια, που ξεράσανε το μολύβι τ’
άφθονο στα εχθρικά κορμιά. Αναψε η μάχη. Οι γερμανοί τα χάσανε τελείως. Απ’ όλες
τις μεριές ξερνούσε φωτιά και σε κάθε βόλι έπεφτε κάτω κι ένας εχθρός. Το πολυβόλο
απ’ το καμπαναριό της εκκλησίας-
Η μεγάλη φάλαγγα ζυγώνει, να μπει στο χωριό. Πρέπει να τη σταματήσουμε, μας απειλεί με κύκλωση, μια που χτυπιόμαστε ήδη με την άλλη. Ο αρχηγός βλέπει τον κίνδυνο. Νοιώθει πως είναι κρίσιμη η θέση μας. Χύνεται μπρος για να δώσει κουράγιο στα παιδιά. Με κάθε θυσία πρέπει να καλυφτεί η σύμπτυξη του κυρίως τμήματος που μάχεται μέσα. Αρχίζει η σύμπτυξη. Στο μεταξύ, καίγονται τα’ άλλα αυτοκίνητα τόνα πάνω στ’ άλλο. Κοντά 7 καμμένα και 4 καταστραμμένα. Νίκη μεγάλη που όμως πληρώνεται ακριβά. Μια ριπή βρίσκει τον αρχηγό μας. Διαμπερές τραύμα στη κοιλιά. Μόλις προφτάνει να πει: Παιδιά με φάγανε: Κάλλιο σκοτώστε με, μα μη μ΄αφήνετε!
Ν’ αφήσουμε ποιόν; Τον αρχηγό μας; Το καλύτερο παλληκάρι μας; Τον πατέρα μας, στα σκυλιά; Ποτές! Γιούρια στη Γιούργια! Απάνω του, παιδιά να τον πάρουμε! Χυμήξαμε πολλές φορές μέχρι να τον πάρουμε. Τον τραβήξαμε, τέλος, μακρυά απ’ τη μάχη, μα βουτηγμένο στο αίμα. Παραμιλάει. Θέλει να μάθει. Να ιδεί. Να τρέξει κει κάτω. Μα δεν μπορεί. Λιγοθυμάει. Στο μεταξύ η σύμπτυξη πέτυχε, κάτω από τη καθοδήγηση και την παληκαριά του Καπετάν Μαρίνου. Συμπτυχθήκαμε ομαλά. Λίγα παληκάρια μόνο λαβωμένα κι αποκλεισμένα δω και εκεί σε κανένα σπίτι μάχονται περικυκλωμένα σ’ ένα πόλεμο μέχρι θανάτου. Ο θάνατος δεν μπορούσε να τους τρομάξει. Και πεθάνανε με το όπλο στο χέρι, αφού σκορπίσανε τον όλεθρο στον εχθρό. Περίπου 120 κορμιά γερμανών κείτονται στον τόπο της ενέδρας και 11 αυτοκίνητα. Ο θάνατος λίγων ανταρτών πληρώθηκε ακριβά. Οι γερμανοί, όσοι γλύτωσαν, θα θυμούνται σ’ όλη τους τη ζωή με τρόμο τη μάχη τούτη. Μια μάχη πέρα για πέρα παρτιζάνικη».


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου